Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δ.Ν.Τ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δ.Ν.Τ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Επικίνδυνοι δρόμοι

 
            Σε επικινδύνους δρόμους βρίσκεται το ελληνικό εθνικιστικό κίνημα την τρέχουσα περίοδο.
            Από την μία τα οικονομικά δεν αποτελούν προνομιακό πεδίο πολιτικής για τους εθνικιστές. Από την άλλη οι Έλληνες νιώθουμε όλο και περισσότερο στο πετσί μας την προδοσία από το ελληνικό πολιτικό σύστημα και οι εθνικιστές πρέπει να πάρουν θέση. 
                Τα οικονομικά δεν ήταν ποτέ ένας τομέας στον οποίο οι εθνικιστές είχαν σαφείς πολιτικές θέσεις. Ο εθνικισμός ως κύρια πολιτική θέση έχει την τοποθέτηση ότι το καλό της πατρίδας αποτελεί το κύριο πολιτικό θέμα, μια θέση που προκύπτει από την αγάπη που νιώθουμε για την πατρίδα. Ο εθνικισμός βάζει την ιδέα του έθνους πάνω από οτιδήποτε άλλο, τοποθετώντας τα υλικά θέματα σε δεύτερη μοίρα. Το οικονομικό σύστημα ή οικονομικές πολιτικές που κάνουν μεγαλύτερο καλό στην πατρίδα είναι μια συζήτηση που ακολουθεί, αφού πρώτα ορίσουμε τι εννοούμε πατρίδα. Εμείς λοιπόν που ως πατρίδα θεωρούμε όχι μόνο τις σημερινές γενιές Ελλήνων αλλά τις παρελθοντικές και μελλοντικές, και φυσικά δεν ενδιαφερόμαστε για το συμφέρον μία μόνο τάξης Ελλήνων αλλά για το συμφέρον όλων των Ελλήνων την καταγωγή, δυστυχώς δεν έχουμε κοινές τοποθετήσεις πάνω στα οικονομικά.
Ο λόγος μπορεί να είναι το ότι το θέμα αυτό δεν το τοποθετούμε σε πρώτη μοίρα, αλλά επίσης μπορεί και να είναι το ότι αποδίδουμε σε διαφορετικές αιτίες την προδοσία της πατρίδας μας που βρίσκεται σε εξέλιξη. Οι Έλληνες εθνικιστές έχουν χωριστεί σε εθνικοσοσιαλιστές και εθνικοφιλελεύθερους ανάλογά με την οικονομική τους πρόταση. Αυτή η διαφορά βέβαια είναι πολύ σοβαρή καθώς αφορά την βέλτιστη μορφή μιας εθνικής κοινωνίας, το αν αυτή μπορεί να βρεθεί κάτω από τις παρούσες οικονομικοπολιτικές συνθήκες ή χρειάζεται μία εθνική κοινωνία σωματειακού κράτους, ώστε η εθνική κοινωνία να αναπτυχθεί στο μεγαλείο της. Σε αυτή την συζήτηση δεν θέλω να μπω επί του παρόντος, καθώς θεωρώ ότι ακολουθεί του αυτοπροσδιορισμού ως εθνικιστή. Ο εθνικιστής έχει συνειδητοποιήσει ότι η πατρίδα είναι το υπέρτατο αγαθό. Εάν ένας εθνικιστής υποστηρίζει ένα πολίτευμα ή όχι στηρίζεται μόνο στο εάν το συγκεκριμένο πολίτευμα κάνει καλό ή όχι στην πατρίδα. Δεν είναι δυνατόν ένα πολίτευμα, καλό ή κακό, να είναι πάνω ή μαζί στην ιεράρχηση των πολιτικών αξιών, με την Ελλάδα.
Ενώ λοιπόν παραμένουμε και θα παραμένουμε διχασμένοι στα οικονομικά θέματα, έχουμε μια μεγάλο πολιτικό θέμα οικονομικού ενδιαφέροντος σε εξέλιξη. Σε αυτήν λοιπόν την κρίσιμη εποχή δημιουργείται το κίνημα των αγανακτισμένων, με σαφή υποστήριξη από τα σπλάχνα του καθεστώτος όπως φαίνεται π.χ. από την προβολή των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ο κύριος σκοπός είναι να ελεγχθούν οι νέο-αφυπνισμένες πολιτικές μάζες πριν ολοκληρώσουν αυτήν την πολιτική τους αφύπνιση. Σε αυτό το παιχνίδι, έχοντας το αντιληφθεί πλήρως, συμμετέχουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις φανερά ή κρυφά, προσπαθώντας να σύρουν τον κόσμο προς το μέρος τους. Έτσι παρακολουθούμε κατάπληκτοι το φαινόμενο εθνικιστές και αναρχικοί να βρίσκονται στις ίδιες συγκεντρώσεις κάνοντας οι μεν ότι δεν βλέπουν τους δε. Αυτό αποτελεί επικίνδυνο δρόμο, καθώς το παιχνίδι διαχείρισης του πλήθους το καθεστώς το ξέρει καλά και μάλλον πολύ καλύτερα από εμάς. Σε αυτό το αμφίπλευρο παιχνίδι μπορούμε να βρεθούμε με περισσότερους συνειδητοποιημένους εθνικιστές, αν τελειώσει θετικά, αλλά συγχρόνως μπορεί να μας γυρίσει αρνητικά και πολλά χρόνια πίσω εάν το πάνω μέρος της πλατείας το καπελώσουν δυνάμεις με ένα μείγμα πατριωτικών και οικονομικών συνθημάτων, εγκλωβίζοντας εθνοκεντρικές δυνάμεις, όπως έγινε από το Πασόκ της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου με το σύνθημα η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες.
Οι Έλληνες εθνικιστές πάρα τις δεδομένες διαφωνίες μας στην οικονομική πολιτική, μπορούμε πρώτα να συμφωνήσουμε σε κάποιες βασικές διαπιστώσεις, ώστε να αποφύγουμε την επανάληψη των υλιστικών προτάσεων της αριστεράς. Ένα σημείο συμφωνίας μπορεί να είναι σε τι συνίσταται η οικονομική προδοσία της χώρας. Πρέπει να καταστήσουμε σαφές στους οπαδούς μας ότι μεγαλύτερη οικονομική προδοσία ήταν η δημιουργία και διατήρηση μιας εθνικής οικονομίας που είχε ανάγκη για δανεικά, ενώ θα έπρεπε να έχει προωθηθεί μια οικονομία ικανή να βασιστεί στις δικές τις δυνάμεις. Η ελληνική οικονομία όσο παρουσίαζε δημοσιονομικά ελλείμματα και τα κάλυπτε και με εξωτερικό δανεισμό, καθίστατο εξαρτώμενη από το ξένο παράγοντα, καθώς μια κερδοσκοπική επίθεση που θα αφορούσε την ικανότητα του κράτους στην αποπληρωμή του χρέους του, μπορούσε να μας κάνει ανά πάσα στιγμή έρμαιο του Δ.Ν.Τ. ή του εκάστοτε διεθνούς οικονομικού ελέγχου.
Η προδοσία λοιπόν που συντελείτε δεν είναι ένα σημερινό θέμα της παρούσας κυβέρνησης άλλα συνέπεια της αθροιστικής εξάρτησης δεκαετιών από ξένα κεφάλαια ή οποία θα μπορούσε να είχε σκάσει στα χέρια οποιασδήποτε προηγούμενης κυβέρνησης. Σήμερα δεν μπορεί να είναι οι αναγκαστικές περικοπές που κάνουμε λόγω της απειλής διακοπής των δανεικών το κύριο θέμα ενός εθνικιστή. Το εάν μπορούμε να πετύχουμε πιο γρήγορα τις μεταρρυθμίσεις που μας ζητάνε ή να πετύχουμε πιο μακρύ χρόνο προσαρμογής, δεν μπορεί να είναι πρώτιστο για έναν εθνικιστή. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το κράτος μας κόβει ότι δανειζόταν για να μας δώσει. Τα δεν πληρώνω, δεν χρωστάω είναι λαϊκιστικά συνθήματα της αριστεράς καθώς δεν ακολουθούνται από το δεν δανείζομε. Το δεν πουλάω (σε ξένους) μπορεί να αποτελέσει ένα πραγματικό εθνικιστικό σύνθημα.
Η προδοσία είναι το διαφαινόμενο ξεπούλημα εθνικού πλούτου σε τιμή ευκαιρίας στους ξένους «επενδυτές» κάτι που πρέπει να αποτραπεί. Η προδοσία επίσης είναι η εξελισσόμενη εσωτερική σύγκρουση και διάρρηξη του εθνικού κοινωνικού ιστού, που συντελείται μεταξύ δημοσίων υπαλλήλων, ιδιωτικών υπαλλήλων, ελεύθερων επαγγελματιών και ανέργων σχετικά με το ποιος θα πληρώσει την κρίση.

Παρασκευή 29 Απριλίου 2011

Δραχμή Ευρώ και νομισματική πολιτική


Μία από τις πρώτες ενέργειες του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους μετά την ελληνική επανάσταση ήταν να τυπώσει το δικό του εθνικό νόμισμα. Το νόμισμα αυτό ονομάστηκε φοίνικας και συμβόλιζε την αναγέννηση από τις στάχτες του ελληνικού έθνους. Η νομισματική ανεξαρτησία ήταν παρεπόμενο της πολιτικής ανεξαρτησίας. Ένα πραγματικά ανεξάρτητο κράτος έχει και δικό του νόμισμα, ένα νόμισμα το όποιο κόβει το ίδιο και το χειρίζεται όπως θέλει, δηλαδή το υποτιμά όποτε θέλει σε σχέση με άλλα νομίσματα και κάνει τις πληρωμές του στο νόμισμα του, του όποιου την ποσότητα μπορεί να καθορίζει το ίδιο.

Την νομισματική μας ανεξαρτησία την παρέδωσε το καθεστώς στο υπερεθνικό μόρφωμα της λεγόμενης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παράδοση της νομισματικής μας ανεξαρτησίας συνοδευτικέ με την συνήθη προπαγάνδα του καθεστώτος που έπεισε τους Έλληνες ότι αυτό γίνεται προς το συμφέρον μας. Αν είχαμε ακόμα την νομισματική μας ανεξαρτησία η ΤτΕ θα μπορούσε να αγοράζει και να πουλά κρατικά ομόλογα διαμορφώνοντας το επιτόκιο τους στο σημείο που θα επιθυμούσε. Έτσι δεν θα γινόμασταν έρμαιο των οικονομικών εκβιαστών της παγκόσμιας τοκογλυφίας αποδεχόμενοι μετά την παράδοση της νομισματικής μας πολιτικής και την παράδοση της οικονομικής μας πολιτικής στο διεθνές καθεστώς, μέσω του Δ.Ν.Τ.

Το ότι η παράδοση της νομισματικής μας ανεξαρτησίας διευκόλυνε την είσοδο του Δ.Ν.Τ. είναι μεν γεγονός αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η διακήρυξη της οικονομικής μας ανεξαρτησίας θα λύσει το πρόβλημα. Τα προβλήματα πάνω στα οποία πάτησε το Δ.Ν.Τ. στη χώρα είναι πραγματικά και εάν δεν λυθούν δεν θα είναι επιτυχημένη η εισαγωγή νέου νομίσματος. Το νέο νόμισμα θα αναγκαστεί να γίνει  πληθωριστικό ώστε να επιτύχει την αποπληρωμή του χρέους.
Η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη στην οικονομική πολιτική των χρεωστών της μέχρι να μην τους έχει ανάγκη πια, δηλαδή μέχρι το έλλειμμα να μηδενιστεί σε πρώτη φάση και σε δεύτερη όταν το χρέος περιοριστεί.
Καθώς το Δ.Ν.Τ. εκπροσωπεί τους δανειστές μας έχει επιλέξει το δύσκολο δρόμο προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας. Αυτός ο δρόμος επικεντρώνει σε 2 θέματα. Το ένα είναι η πλήρης αποπληρωμή των υπαρχόντων δανείων και το άλλο είναι η δημιουργία ευκαιριών επενδύσεως του παγκόσμιου κεφαλαίου στην χώρα. Με τις πρώτες θυσίες του ελληνικού έθνους το έλλειμμα μειώθηκε σε 10,5% από 15,4%. Το ότι η ανεργία έφτασε στο 15,1% δεν ενδιαφέρει το Δ.Ν.Τ. Μεγάλη ανεργία εξάλλου σημαίνει φθηνό εργατικό δυναμικό για τις ξένες εταιρίες που θα εγκατασταθούν στην χώρα μετά την ολοκλήρωση του εγχειρήματος. Όταν όμως ανεβαίνεις ένα βουνό και βρίσκεσαι στη μέση της διαδρομής δεν κατεβαίνεις από το βουνό για να πας από το ποτάμι που στην αρχή επέλεξες να αποφύγεις.
 Όσοι υποτιμούν το ελληνικό έθνος και νομίζουν ότι αυτή η μικρή δυσκολία θα το λυγίσει, αγνοούν τελείως την μεγαλόπρεπή ιστορία μας. Πολύ πιο σύντομα από όσο οι περισσότεροι νομίζουν, το έθνος θα ανακάμψει εκπλήσσοντας τους πάντες. Θα φτάσουμε λοιπόν στην κορυφή του βουνού. Τότε θα είναι η ώρα να αποκτήσουμε ξανά την οικονομική και προπάντων την πολιτική μας ανεξαρτησία.

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

ΔΝΤ, αναγκαιότητα ή εξαναγκασμός

           Εδώ και κάτι μήνες, όπως όλοι έχουμε καταλάβει πολύ καλά, έχει εγκατασταθεί στη χώρα μας, το διεθνές νομισματικό ταμείο। Το Δ।Ν.Τ. σε όπ0ια χώρα εγκαθιστάτε θέτει τους δικούς του όρους και τις δικές του αποφάσεις σχετικά με τα μέτρα οικονομικής πολιτικής που πρέπει να εφαρμοστούν στη χώρα αυτή. Έτσι λοιπόν στη χώρα μας εδώ και κάτι μήνες εκτελούμε τις αποφάσεις του Δ.Ν.Τ. έχουντας παραδώσει σε αυτό όλη την οικονομική πολιτική. Το κύριο όμως ερωτημά σχετικά με την εγκατάσταση του Δ.Ν.Τ. στην χώρα μας είναι το πόσο αναγκαίο ήταν και αν υπήρχε διαφορετική επιλογή.
         Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα πρέπει να θυμηθούμε πως και γιατί φτάσαμε ως εδώ πως και γιατί καλέσαμε το Δ.Ν.Τ. στην Ελλάδα. Το ΔΝΤ όταν πια το ήρθε στην Ελλάδα ήταν για τον απλούστατο λόγο ότι δεν μπορούσαμε να δανειστούμε με αξιοπρεπές επιτόκιο από τις λεγόμενες αγορές. Το επιτόκιο με το οποίο μπορούμε να δανειστούμε από τις αγορές είναι γνωστό από την καθημερινή διακύμανση σε αυτές της τιμής των Ελληνικών ομολόγων. Η τιμή αυτή, των ελληνικών ομολόγων, έπεφτε σιγά σιγά από την έναρξη της θητείας Παπανδρέου, φτάνοντας σε απαγορευτικά για δανεισμό επίπεδα όταν πλέον «αναγκαστήκαμε» να καλέσουμε το ΔΝΤ στη χώρα.
        Ας θυμηθούμε λοιπόν πως ξεκίνησε αυτή η πορεία. Η πρώτη πράξη αυτής της πορείας ήταν ο Γ.Α.Π. πρωτοερχόμενος στην εξουσία ανακοίνωσε ότι η προηγούμενη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έστελνε παραποιημένα στατιστικά στοιχεία στην Ε.Ε. Λίγο μετά οι «ανεξάρτητοι» διεθνής οίκοι, μείωναν την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδος σε χαμηλότερα επίπεδα. Οι αγορές που λαμβάνουν υπόψη τους οίκους επιρρεάζομενες ανεβάζαν τα επιτόκια που απαιτούνταν και ξανά οι οίκοι που λαμβάνουν υπόψη τους τα επιτόκια των αγορών ξαναμείωναν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας. Το διάστημα από τον Οκτώβριο μέχρι το Μάρτη , οι κερδοσκόποι καταφέρναν σιγά σιγά να ανεβάζουν τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων βήμα βήμα οδηγόντας από επιτόκια 2% μεγαλύτερα από αυτά της Γερμανίας σε επιτόκια 4% και 5% μεγαλύτερα από αυτά της Γερμανίας.
        Όταν τελικά φτάσαμε στο σημείο να δανειστούμε από το Δ.Ν.Τ. η απόφαση αυτή ήταν μονόδρομος. Το ουσιαστικό πρόβλημα λοιπόν είναι η πορεία και οι χειρισμοί της κυβέρνησης μέχρι να φτάσουμε ώς εδώ. Ενώ άλλες χώρες με παρόμοια προβλήματα ελλειμμάτων ή χρέους, όπως Ισπανία Πορτογαλία άλλα και Αγγλία, προσπαθούν μόνες τους να τα αντιμετωπίσουν, εμείς τώρα πια είμαστε αναγκασμένοι να διαπραγματευόμαστε με το ΔΝΤ το κάθε μέτρο , το χρονοδιάγραμμά του και την αποτελεσματικότητα του παραχωρώντας έτσι την εθνική μας ανεξαρτησία σε ξένους
        Το κύριο λοιπόν θέμα είναι εάν ο Γ.Α.Π. μας οδήγησε στο ΔΝΤ από ανικανότητα ή αν μας οδήγησε εκεί από πρόθεση. Αν είναι ανικανότητα τότε σημαίνει ότι δεν έχει ιδέα τι σημαίνει να κυβερνάς μια χώρα , δεν έχει ιδέα τι δύναμη έχουν οι διεθνείς κερδοσκόποι και δεν έχει ιδέα πώς να τους αντιμετωπίσει. Αν είναι πρόθεση τότε ο Γ.Α.Π. κορόιδεψε τον ελληνικό λαό και έφερε το ΔΝΤ όπως είχε προαποφασίσει ή προσυμφωνήσει , ως τον μόνο τρόπο να αποδεχτεί ο Ελληνικός λαός τα επώδυνα μέτρα.
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να φύγει.
        2 επιπρόσθετα ερωτήματα σχετικά με το θέμα είναι: Τι άλλες επιλογές είχαμε και αν το πρόβλημα της οικονομίας είναι όντως τόσο σοβαρό. Οι άλλες επιλογές που είχαμε είναι να φύγουμε από το Ευρώ ώστε να έχουμε νόμισμα που να μπορούμε να υποτιμήσουμε. Αυτό το μέτρο δεν πρόκειται να ήταν λιγότερο επώδυνο για το κόσμο απλά θα το αντιλαμβανόμασταν λιγότερο καθώς θα περνάμε τα ίδια λεφτά άλλα τα προϊόντα θα ήταν πιο ακριβά. Η κατανομή των βαρών θα ήταν βεβαία διαφορετική, π.χ. οι ξένες εταιρίες και οι εταιρίες που εισάγουν προϊόντα θα εκπλήττονταν περισσότερο Όσον αφορά το άλλο ερώτημα ή απάντηση είναι ναι. Το πρόβλημα είναι σοβαρό, Δεν μπορείς επί 35 συνεχόμενα έτη να ξοδεύεις περισσότερα από αυτά που βγάζεις και να δανείζεσαι τη διαφορά. Το πρόβλημα κάποια στιγμή θα έσκαγε και δυστυχώς η στιγμή που θα σκάσει δεν την διαλέγουμε εμείς αλλά αυτοί που μας δανείζουν. Αν δεν ήταν η παγκόσμια κρίση μπορεί το πρόβλημα να έσκαγε πολύ πιο μετά , σε 10 ή σε 20 χρόνια, Όμως σίγουρα θα έσκαγε.